Σαν κύματα που έσκασαν σ' αυτήν την ακτή, σαν αεράκι... εικόνες και λέξεις έρχονται και φεύγουν. Το μαγνητόφωνο είναι εκεί και δεν ξέρεις πότε θα λειτουργήσει. Απλά είναι εκεί και καταγράφει χωρίς τελειωμό.
Στιγμές φαντάσματα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν σ' αυτό το δρόμο ή χάνονται στα σκοτάδια. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα τέλειωναν, αφού η φιγούρα του είχε γίνει φάντασμα. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα είχαν τελειώσει, αφού χάθηκε το φάντασμά του. Ψάχνει το καλώδιο που τη συνδέει με το δρόμο και περιμένει να έρθει ο λογαριασμός. Ποιος ξέρει ποιον φόρο πρέπει να πληρώσει πριν χαθεί το τελευταίο ίχνος...
Καθόταν στο μισοσκόταδο -πάντα εκεί φωτιζόταν το είδωλό της- και σκεφτόταν όσα είχαν γίνει. Μετρούσε και ξαναμετρούσε και πάντα έβγαιναν όλο και πιο πολλά...
...τα χιλιόμετρα που έκανε για να τον βρει ...τους ανθρώπους που χάθηκαν ...τα λάθη που είχαν γίνει ...τα κενά που έμειναν...
Εκεί στο μισοσκόταδο ξαφνικά φωτίστηκαν όλα και ανακάλυψε πως δεν έφταιγε και για τόσα πολλά.
Όλο και λιγότερα πράγματα τον θύμιζαν και αποφάσισε πως έπρεπε να τα πετάξει κι αυτά γιατί εμπόδιζαν το δρόμο της.
Κοίταξε στον καθρέφτη... πώς μεγάλωσε ξαφνικά... πώς χάθηκε τόσος χρόνος...
Τελικά δε σώθηκε τίποτα... ίσως δεν άξιζε να σωθεί κάτι.
Μετρούσε και ξαναμετρούσε... αυτός ο Μάρτης θα 'ναι ο τρίτος, αυτός ο Απρίλης θα 'ναι ο τριακοστός... κι όλα αυτά τα πράγματα που μαζεύτηκαν με τα χρόνια στην ντουλάπα, στο πάτωμα και στους τοίχους, στέκονται πάντα μουδιασμένα ή νεκρά.
Εκεί στο μισοσκόταδο στάσου κι ίσως να πάψεις να μιλάς, να κρίνεις, να αδικείς.
Στάθηκε όρθια χωρίς μίσος και θυμό -μόνο ένα σφίξιμο στο λαιμό της. Ήξερε πως είχε πολύ δρόμο ακόμα...
Στιγμές φαντάσματα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν σ' αυτό το δρόμο ή χάνονται στα σκοτάδια. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα τέλειωναν, αφού η φιγούρα του είχε γίνει φάντασμα. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα είχαν τελειώσει, αφού χάθηκε το φάντασμά του. Ψάχνει το καλώδιο που τη συνδέει με το δρόμο και περιμένει να έρθει ο λογαριασμός. Ποιος ξέρει ποιον φόρο πρέπει να πληρώσει πριν χαθεί το τελευταίο ίχνος...
Καθόταν στο μισοσκόταδο -πάντα εκεί φωτιζόταν το είδωλό της- και σκεφτόταν όσα είχαν γίνει. Μετρούσε και ξαναμετρούσε και πάντα έβγαιναν όλο και πιο πολλά...
...τα χιλιόμετρα που έκανε για να τον βρει ...τους ανθρώπους που χάθηκαν ...τα λάθη που είχαν γίνει ...τα κενά που έμειναν...
Εκεί στο μισοσκόταδο ξαφνικά φωτίστηκαν όλα και ανακάλυψε πως δεν έφταιγε και για τόσα πολλά.
Όλο και λιγότερα πράγματα τον θύμιζαν και αποφάσισε πως έπρεπε να τα πετάξει κι αυτά γιατί εμπόδιζαν το δρόμο της.
Κοίταξε στον καθρέφτη... πώς μεγάλωσε ξαφνικά... πώς χάθηκε τόσος χρόνος...
Τελικά δε σώθηκε τίποτα... ίσως δεν άξιζε να σωθεί κάτι.
Μετρούσε και ξαναμετρούσε... αυτός ο Μάρτης θα 'ναι ο τρίτος, αυτός ο Απρίλης θα 'ναι ο τριακοστός... κι όλα αυτά τα πράγματα που μαζεύτηκαν με τα χρόνια στην ντουλάπα, στο πάτωμα και στους τοίχους, στέκονται πάντα μουδιασμένα ή νεκρά.
Εκεί στο μισοσκόταδο στάσου κι ίσως να πάψεις να μιλάς, να κρίνεις, να αδικείς.
Στάθηκε όρθια χωρίς μίσος και θυμό -μόνο ένα σφίξιμο στο λαιμό της. Ήξερε πως είχε πολύ δρόμο ακόμα...


