Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

 Σαν κύματα που έσκασαν σ' αυτήν την ακτή, σαν αεράκι... εικόνες και λέξεις έρχονται και φεύγουν. Το μαγνητόφωνο είναι εκεί και δεν ξέρεις πότε θα λειτουργήσει. Απλά είναι εκεί και καταγράφει χωρίς τελειωμό.
Στιγμές φαντάσματα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν σ' αυτό το δρόμο ή χάνονται στα σκοτάδια. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα τέλειωναν, αφού η φιγούρα του είχε γίνει  φάντασμα. Έπρεπε να το είχε καταλάβει ότι όλα είχαν τελειώσει, αφού χάθηκε το φάντασμά του. Ψάχνει το καλώδιο που τη συνδέει με το δρόμο και περιμένει να έρθει ο λογαριασμός. Ποιος ξέρει ποιον φόρο πρέπει να πληρώσει πριν χαθεί το τελευταίο ίχνος...

 Καθόταν στο μισοσκόταδο -πάντα εκεί φωτιζόταν το είδωλό της- και σκεφτόταν όσα είχαν γίνει. Μετρούσε και ξαναμετρούσε και πάντα έβγαιναν όλο και πιο πολλά...
...τα χιλιόμετρα που έκανε για να τον βρει ...τους ανθρώπους που χάθηκαν ...τα λάθη που είχαν γίνει ...τα κενά που έμειναν...
Εκεί στο μισοσκόταδο ξαφνικά φωτίστηκαν όλα και ανακάλυψε πως δεν έφταιγε και για τόσα πολλά.
  Όλο και λιγότερα πράγματα τον θύμιζαν και αποφάσισε πως έπρεπε να τα πετάξει κι αυτά γιατί εμπόδιζαν το δρόμο της.
 Κοίταξε στον καθρέφτη... πώς μεγάλωσε ξαφνικά... πώς χάθηκε τόσος χρόνος...
Τελικά δε σώθηκε τίποτα... ίσως δεν άξιζε να σωθεί κάτι.
 Μετρούσε και ξαναμετρούσε... αυτός ο Μάρτης θα 'ναι ο τρίτος, αυτός ο Απρίλης θα 'ναι ο τριακοστός... κι όλα αυτά τα πράγματα που μαζεύτηκαν με τα χρόνια στην ντουλάπα, στο πάτωμα και στους τοίχους, στέκονται πάντα μουδιασμένα ή νεκρά.
  Εκεί στο μισοσκόταδο στάσου κι ίσως να πάψεις να μιλάς, να κρίνεις, να αδικείς.
Στάθηκε όρθια χωρίς μίσος και θυμό -μόνο ένα σφίξιμο στο λαιμό της. Ήξερε πως είχε πολύ δρόμο ακόμα...

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011



Λίγα ψίχουλα...


Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Μια φορά κι έναν καιρό...

...ήταν ένας άνθρωπος, που νόμιζε ότι δεν είχε τίποτα. Αλλά από τίποτα δεν ήξερε και τόλμησε να ζητήσει κάτι...
Και τότε έμαθε τι σημαίνει τίποτα. Γιατί τότε ακριβώς το βρήκε. Στην αρχή δεν κατάλαβε και το έβαλε στην τσέπη του, νομίζοντας πως είναι κάτι. Αυτό όμως ήταν πολύ βαρύ σαν όλα τα τίποτα. Προσπάθησε λοιπόν να το πετάξει. Ήταν όμως τόσο καλά κολλημένο που δεν τα κατάφερε. Περπατούσε έτσι κουτσαίνοντας για πολύ καιρό, ώσπου σκέφτηκε πως αν βρει άλλο ένα δεν θα κούτσαινε και θα μπορούσε να περπατήσει. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου. Βρήκε αμέσως άλλο ένα και τα 'κανε ζευγάρι. Αυτά άρχισαν αμέσως να αναπαράγονται χωρίς τελειωμό κι όσο πλήθαιναν, άδειαζε η ζωή του. Σε πολύ λίγο χρόνο έκαναν κατάληψη σε ό,τι υπήρχε γύρω του και μέσα του. Λίγο πριν του καταπιούν και την τελευταία σταγόνα σκέφτηκε:
-Μα τι ζήτησα, μόνο ένα...
Η σκέψη του όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Τα πάντα θόλωσαν και απομακρύνθηκαν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Πάντα φώναζε δυνατά, αλλά πάντα, από μέσα του κι έτσι κανείς δεν κατάλαβε τη διαφορά. Μόνο ένα δάκρυ πού και πού πρόδιδε τη φυλακή του. Λες να φαίνεται;
Πότε πότε ξυπνούσε η σκέψη του και τότε έκανε προσπάθειες να ξεκολλήσει και να σκοτώσει όλα τα τίποτα και στο τέλος σίγουρα θα τα κατάφερνε, και θα 'βρισκε αυτό το πολυπόθητο κάτι γιατί όλα τα παραμύθια πρέπει να 'χουν καλό τέλος.

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Σπίτι μου... ζωή μου

Μεγάλωσα μαζί του. Χτίστηκα μέσα στους τοίχους του. Κλείστηκα ανάμεσα στις στρώσεις από μπογιά, μπήκα μέσα στους σωλήνες του και στα καλώδια. Κρεμάστηκα στα κάδρα του. Πλύθηκα στη σκόνη του κι έγινα πετρούλα κι εγώ στα μωσαϊκά του. Έγινα ένα με το χώμα του. Έγινα ένα με τα θεμέλιά του κι άπλωσα τις ρίζες μου ανάμεσά τους, να νοιώθω σιγουριά. Τώρα καταρρέει.
Έκανα προσπάθειες. Του πήρα καινούργια έπιπλα, του έφτιαξα νέες κουρτίνες, καινούργια ντουλάπια. Γιατί πάλιωσαν τόσο γρήγορα; Γιατί όλα σαπίζουν τόσο γρήγορα; Τρίζουν τα κοκαλάκια του, μαζί και τα δικά μου κι οι πόρτες του με κλείνουν απ' έξω.
Τώρα στην ξενιτιά, με το παγερό και βέβηλο άγγιγμα του χειμώνα που τον βλέπω να 'ρχεται...ήρθε.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Σε άλλη διάσταση...

...ψάχνοντας κάτι που όλο μας διαφεύγει, αόριστο, ονειρικό και ανύπαρκτο. Ένα τοπίο χαμένο μέσα στην ομίχλη σαν την αντίπερα όχθη, που απλά ξέρουμε πως είναι εκεί κι ας μην την φτάνουμε ποτέ. Στιγμές και μέρη που μας χαρίζονται για να χαθούμε μέσα τους.
Μέρη αληθινά, που δεν τα κάναμε δικά μας και που περάσαμε μέσα τους όπως στα όνειρα. Κορμιά σκεβρωμένα απ' την κούραση και το χρόνο. Παράθυρα κουρασμένα και κήποι που σκάφτηκαν με τόσο κόπο. Χέρια που απλώνονται να σε φτάσουν. Άνθρωποι αληθινοί. Πονεμένα και σκαμμένα πρόσωπα, αληθινός πόνος, αληθινή αγάπη και πέρασαν δίπλα μας σαν τοπία στην ομίχλη. Μας άγγιξαν για λίγο και χάθηκαν για πάντα καθώς το μόνο που θέλαμε ήταν να φύγουμε μακριά χωρίς να κοιτάξουμε ποτέ πίσω.
Και ο Δούναβης να μένει πάντα ένα όνειρο.  Лека нощ